Ελληνικά    English
Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθηνών Διαύγεια
VEA



VEA

- 22/06/2016
ΑΡΘΡΟ Α΄ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΥ Δ. ΤΣΑΤΣΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΟΡΙΟ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ

Η κυβέρνηση, όπως επισήμως έχει ανακοινώσει ο Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών Τρ. Αλεξιάδης, προχωρά στην καθιέρωση υποχρεωτικής χρήσης ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής, για τις συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων, από την 1η Ιουλίου, για ποσά άνω των 50 ευρώ.

Ουδείς αμφισβητεί ότι οι συγκεκριμένες νομοθετικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης κινούνται προς την σωστή κατεύθυνση και αναμένεται να επιφέρουν σοβαρό πλήγμα στην πάταξη της φοροδιαφυγής. Ωστόσο, δεν γίνεται να μην επισημανθούν και μια σειρά από ερωτήματα, που εγείρουν σοβαρές ενστάσεις, στους κύκλους των Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων και Εμπόρων.

Όπως για παράδειγμα, «γιατί οι συναλλαγές που πραγματοποιούνται μεταξύ επιχειρήσεων και που κατά τεκμήριο είναι μεγαλύτερες, να τυγχάνουν διαφορετικής μεταχείρισης και αντιμετώπισης σε σχέση με τις συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων και καταναλωτών όπου το όριο τοποθετείται στα 500 ευρώ

Και μάλιστα, όταν είναι κοινό μυστικό, ότι το μεγαλύτερο μέρος των «μαύρων» συναλλαγών, πραγματοποιούνται στο εμπόριο, όπου το «κίνητρο» για την μη έκδοση των νόμιμων παραστατικών είναι διπλό: πρώτον, για την αποφυγή της καταβολής ΦΠΑ και δευτερευόντως, για την αποφυγή ή τη μείωση, του οφειλόμενου φόρου εισοδήματος.

Αντίθετα, κατά τη διενέργεια συναλλαγών μέσω επιχειρήσεων, ο Φ.Π.Α είναι ένας φόρος, ο οποίος συμψηφίζεται ανάμεσα στις αγορές και τις πωλήσεις και το μόνο κίνητρο για τη μη έκδοση των νόμιμων παραστατικών, έγκειται στη μείωση του οφειλόμενου φόρου εισοδήματος.

Στοιχεία που έχει στην διάθεσή του το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθήνας και κυρίως η αξιοποίηση της πολύτιμης καθημερινής συναλλακτικής εμπειρίας που έχουν συσσωρεύσει οι Μικρομεσαίοι Επιχειρηματίες, δείχνουν ότι για να αντιμετωπιστεί η φοροδιαφυγή και η φοροαποφυγή, πρέπει πρωτίστως να εκλείψει η στρεβλή και παράνομη πρακτική κάποιων εμπόρων, να πωλούν προϊόντα χωρίς απόδειξη.  Μόνο έτσι θα περιοριστεί δραστικά και η «ανάγκη» για συναλλαγές χωρίς παραστατικά ανάμεσα στις επιχειρήσεις. Καθίσταται λοιπόν σαφές, ότι πρώτα θα πρέπει να μειωθεί το όριο των συναλλαγών με μετρητά μεταξύ επιχείρησης και καταναλωτών και μετά το όριο μεταξύ επιχειρήσεων. 

Ως Β.Ε.Α, είμαστε απολύτως σύμφωνοι με τον περιορισμό των αδήλωτων συναλλαγών σε όλα τα επίπεδα,  εφόσον αυτό θα έχει σαν αποτέλεσμα τον περιορισμό των στρεβλώσεων στον ανταγωνισμό.  Την ίδια στιγμή, η δραστική μείωση των «μαύρων» συναλλαγών, θα συμβάλει στην αύξηση των εσόδων του δημοσίου, γεγονός που θα παρέχει τη δυνατότητα και στο οικονομικό επιτελείο να προχωρήσει σε επόμενη φάση, και στη μείωση των φορολογικών συντελεστών, δίνοντας βαθιά ανάσα στο σύνολο της κοινωνίας και της οικονομίας.

Δυστυχώς όμως, πρωτοβουλίες και μέτρα όπως τα παραπάνω, φαντάζουν αυτή την στιγμή έωλα, καθώς την παρούσα χρονική στιγμή, η συντριπτική πλειοψηφία των επιχειρήσεων παραμένει για δύο λόγους αποκλεισμένη από το τραπεζικό σύστημα και κατά συνέπεια από τα ηλεκτρονικά μέσα πληρωμών:

Πρώτον γιατί όπως δείχνουν τα επίσημα στοιχεία της ΤτΕ, το 40% των επιχειρηματικών δανείων είναι σε καθυστέρηση, γεγονός που πρακτικά σημαίνει ότι αν οι συγκεκριμένες επιχειρήσεις μεταφέρουν χρήματα από τον λογαριασμό τους, θα τα εισπράξουν αμέσως οι τράπεζες έναντι των καθυστερούμενων οφειλών τους.

Δεύτερον, γιατί ένα ακόμη 40-45% των επαγγελματιών, έχει οφειλές είτε σε ασφαλιστικά ταμεία, είτε στην εφορία και οι λογαριασμοί τους είναι δεσμευμένοι για τις συγκεκριμένες ληξιπρόθεσμες οφειλές.

Συνεπώς, όλα τα στοιχεία που επεξεργάζεται το Β.Ε.Α, καταλήγουν στο συμπέρασμα, ότι το συγκεκριμένο μέτρο θα αποτελέσει άλλο ένα χτύπημα για την Επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα και κυρίως τους Μικρομεσαίους, επιταχύνοντας το κλείσιμο μερικών εκατοντάδων χιλιάδων επιχειρήσεων, ακόμη.

Η εμπεριστατωμένη και τεκμηριωμένη πρόταση που καταθέτει το Β.Ε.Α, συστήνει στο κράτος να ξεκινήσει ανάποδα:  Να περιορίσει δηλαδή, πρώτα το ύψος των συναλλαγών με μετρητά στην λιανική, γεγονός που νομοτελειακά θα μεταφερθεί στη συνέχεια και στις συναλλαγές μεταξύ των επιχειρήσεων και ενώ στο μεταξύ θα έχει διασφαλιστεί η δυνατότητα των επιχειρήσεων και των εμπόρων, να συνεχίσουν την απρόσκοπτη λειτουργία τους, αντιμετωπίζοντας και το ζήτημα της χρήσης των τραπεζικών τους λογαριασμών. Γιατί, για παράδειγμα, με το ακατάσχετο όριο των 1.500 ευρώ το μήνα, που ισχύει για λογαριασμούς επιχειρήσεων ήτοι 18.000 ευρώ το χρόνο, γίνεται αντιληπτό, ότι ούτε και …. περίπτερο μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί με αυτό το ποσόν.

Ως εκ τούτου, είναι προφανές, ότι αν το ποσό αυτό αλλάξει, αυτομάτως θα αυξηθεί και η ροή χρήματος προς στο τραπεζικό σύστημα. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δημόσιο θα μπορέσει να εισπράξει μεγαλύτερα ποσά από τις οφειλές στα ασφαλιστικά ταμεία και την εφορία, ενώ και οι επιχειρήσεις θα μπορέσουν να ανασάνουν.

Η πρόταση συνεπώς του Β.Ε.Α, είναι να μειωθεί το όριο συναλλαγών με μετρητά στη λιανική και να περιοριστεί ο αποκλεισμός χιλιάδων επιχειρήσεων από το τραπεζικό σύστημα, μέσω της δέσμευσης των τραπεζικών τους λογαριασμών. Σε αυτή την περίπτωση, εκτιμάμε ότι θα προκύψει πολλαπλασιαστικό και πολυεπίπεδο όφελος για τη λειτουργία της αγοράς, με αύξηση του τζίρου και μεγαλύτερη εισπραξιμότητα  των φόρων και των εισφορών, ενώ πιθανή ανάκτηση της δυνατότητας των επιχειρήσεων να αποκτήσουν πρόσβαση στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς, θα συμβάλει και στη βελτίωση της χρηματοοικονομικής κατάστασης  του εγχώριου πιστωτικού συστήματος.

 

 

 

 

 





© 2014 Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθηνών. All rights reserved. Implemented by TEΛΕΝΕΤ ΒΕΑ development team